Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012


Θυμάται κανείς τα Εθνικά Θέματα;
Τα τέσσερα «αγκάθια» της εξωτερικής μας πολιτικής
Εν μέσω της σοβαρότερης κρίσης που έχει αντιμετωπίσει η Ελλάδα μεταπολεμικά, με επιπτώσεις που απειλούν την ίδια την υπόστασή της, μια εξίσου σκοτεινή προοπτική διαγράφεται στον ορίζοντα των εθνικών θεμάτων. Τα τέσσερα βασικά ανοιχτά θέματα -οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, το Κυπριακό, η τύχη του βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού και το Σκοπιανό- παραμένουν χαίνουσες πληγές, δίχως να διαφαίνεται πιθανότητα επίλυσης ή έστω ομαλής εξέλιξης σε κανένα από αυτά. Αντιθέτως, και τα τέσσερα μοιάζουν με ωρολογιακές βόμβες όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για την ευρύτερη περιοχή.
Βαθιά ανησυχία για Ερντογάν και στρατηγούς
Στα Ελληνοτουρκικά το αδιέξοδο είναι προδιαγεγραμμένο. Ο Ταγίπ Ερντογάν, στον οποίο είχε επενδύσει διπλωματικά η Αθήνα, όχι μόνο αποδείχθηκε απρόθυμος να εκλογικεύσει την τουρκική πολιτική έναντι της Ελλάδας και να εκτονώσει την ένταση, αλλά όρισε υπουργό Εξωτερικών έναν θεωρητικό του τουρκικού νεο-οθωμανικού μεγαλοϊδεατισμού, τον Αχμέτ Νταβούτογλου. Επιπλέον, επένδυσε τον τουρκικό αναθεωρητισμό με την ισλαμική συνιστώσα, μετατρέποντας το θρησκευτικό χρωματισμό από λανθάνον στοιχείο της τουρκικής ταυτότητας σε ενεργό παράγοντα επιθετικότητας. Η πιθανότητα να αποδεχθεί η Τουρκία τις ελληνικές θέσεις για την ΑΟΖ, π.χ. την περίπτωση του Καστελλόριζου, είναι μηδενική. Άρα, τα περιθώρια να διεκδικήσει η Ελλάδα την εφαρμογή των δικαιωμάτων της και τα νόμιμα συμφέροντά της με όρους Διεθνούς Δικαίου, σε ό,τι αφορά την αποδοχή του από την Τουρκία, είναι ανύπαρκτα. Η δε σκληρή εσωτερική διαμάχη του Ερντογάν με τους στρατηγούς τον υποχρεώνει -ακόμα και αν υποτεθεί ότι δεν ήθελε- σε σκληρή στάση, προκειμένου να μην του καταλογιστεί ότι αφενός συγκρούεται με το Στρατό αποδυναμώνοντάς τον, αφετέρου υποχωρεί έναντι της Ελλάδας. Τα σημάδια όχι μόνο δεν είναι αισιόδοξα, αλλά προκαλούν βαθιά ανησυχία. Τα δικαιώματα της Ελλάδας και η πρόθεση της Τουρκίας να τα σεβαστεί βρίσκονται σε αποκλίνουσες τροχιές.
Κύπρος: Το Plan B της Τουρίας και οι «κόκκινες γραμμές»
Στο Κυπριακό οι συνομιλίες οδηγούνται σε τέλμα για τον ίδιο λόγο που οι ελληνοτουρκικές σχέσεις οδεύουν σε κρίση. Η Τουρκία δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί λύση στο πλαίσιο των αποφάσεων του ΟΗΕ και του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Το γεγονός ότι ο ΟΗΕ, όπως διεφάνη μετά και τη νέα τριμερή στο Greentree της Νέας Υόρκης, επιδιώκει την επιβολή διαδικασιών ανάλογων με αυτών που είχαν επιβληθεί στο σχέδιο Ανάν, με τη γνωστή κατάληξη, επιβαρύνει τις προοπτικές. Ο χρόνος στο Κυπριακό φαίνεται ότι όντως τελειώνει, καθώς η Άγκυρα, αν δεν επιτύχει λύση της αρεσκείας της, προετοιμάζει το Plan B, δηλαδή σχέδιο οριστικής διχοτόμησης. Ο χρονικός ορίζοντας μέχρι τον Ιούλιο, οπότε η Κύπρος αναλαμβάνει την ευρωπαϊκή προεδρία, είναι καθοριστικός. Αν οι διαπραγματεύσεις οδηγηθούν σε κατάρρευση, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις θα οξύνονται έτι περαιτέρω, ανεβάζοντας τις πιθανότητες ανεξέλεγκτων καταστάσεων. Εκτός και αν η Λευκωσία αποδεχθεί τώρα αυτά που απορρίφθηκαν το 2004 με την καταψήφιση του σχεδίου Ανάν.
Ο Κύπριος Πρόεδρος, Δημήτρης Χριστόφιας, δέχεται μαζικά πυρά από την αντιπολίτευση, η οποία του καταλογίζει ότι γύρισε από την τριμερή έχοντας αποδεχθεί πολυήμερη διάσκεψη, έμμεση επιδιαιτησία και χρονοδιάγραμμα, παραβιάζοντας και τις τρεις «κόκκινες γραμμές» που είχε αποφασίσει το Εθνικό Συμβούλιο.
Βόρεια Ήπειρος: Κλίμα τρομοκρατίας και ακραίος εθνικισμός
Στο θέμα των Βορειοηπειρωτών και των δικαιωμάτων τους οι προοπτικές δεν είναι ευοίωνες. Οι αλβανικές κυβερνήσεις έχουν επανειλημμένως αθετήσει τις υποσχέσεις τους για βελτίωση της κατάστασης των ελληνικής καταγωγής πολιτών, η οποία αντιθέτως επιδεινώνεται. Η «Ομόνοια» και το ΚΕΑΔ προσφεύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την απόφαση των αλβανικών αρχών να εξαλείψουν από τα δημόσια έγγραφα την αναφορά στην εθνικότητα, ενώ η δίωξη του Βορειηπειρώτη Ναούμ Ντίσιου, επειδή φρόντιζε τους τάφους δύο Ελλήνων στρατιωτών, πεσόντων στον πόλεμο του ’40, επιβεβαιώνει το κλίμα τρομοκρατίας. Η ακραία εθνικιστική οργάνωση «Ερυθρόμαυρη Συμμαχία» (Aleanca Kuqezi), με επικεφαλής τον αντιπρόεδρο του Ανωτάτου Συμβουλίου Δικαιοσύνης (!), Κρεσνίκ Σπαχίου, η πολιτική ατζέντα της οποίας βασίζεται σε ανθελληνικές και εν γένει αλυτρωτικές θέσεις με σύνθημα τη «Μεγάλη Αλβανία», ωθεί όλο το πολιτικό σύστημα σε ανάλογη στάση, στο πλαίσιο μιας εθνικιστικής ψηφοθηρικής πλειοδοσίας. Η «Ερυθρόμαυρη Συμμαχία» σχεδιάζει να μετεξελιχθεί σε κόμμα τον Μάιο, επιδιώκοντας να εκφράσει και κοινοβουλευτικά τον εθνικιστικό χώρο, οπότε θα ασκήσει ακόμα μεγαλύτερη πίεση στα υπόλοιπα κόμματα να υιοθετήσουν ανθελληνικές θέσεις. Σημειωτέον ότι το κόμμα των Τσάμηδων εκπροσωπείται ήδη με δύο βουλευτές στο Αλβανικό Κοινοβούλιο. Παρά την επιδίωξη της Αλβανίας να προωθήσει, και με τη βοήθεια της Ελλάδας, την ευρωπαϊκή της πορεία με στόχο την ένταξη στην Ε.Ε., είναι προφανές ότι δεν υπάρχει πολιτική βούληση για βελτίωση της θέσης των Βορειοηπειρωτών και ότι η υπόθεση διολισθαίνει σε αδιέξοδο. Υπενθυμίζεται επίσης ότι το αλβανικό Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε τη συμφωνία με την Ελλάδα για την ΑΟΖ, κίνηση που έγινε υπό την πίεση της «Ερυθρόμαυρης Συμμαχίας», αλλά και κατόπιν παρασκηνιακής τουρκικής παρέμβασης.
Η πολιτική του Γκρούεφσκι δεν αφήνει ελπίδες
Στο Σκοπιανό οι ελπίδες να βρεθεί αμοιβαίως αποδεκτή λύση στο θέμα της ονομασίας είναι ελάχιστες. Η πολιτική του πρωθυπουργού Νίκολα Γκρούεφσκι δεν αφήνει ελπίδες, καθώς η αδιάλειπτη εθνικιστική προπαγάνδα έχει διαμορφώσει ανάλογο κλίμα στην κοινή γνώμη, δημιουργώντας τη δική της δυναμική. Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης ερμηνεύθηκε κατά το δοκούν από την κυβέρνηση Γκρούεφσκι προκειμένου να ενισχύσει την επιχειρηματολογία της, «ντοπάροντας» ακόμα περισσότερο την κοινωνία της ΠΓΔΜ. Η νέα πρωτοβουλία του ειδικού απεσταλμένου του γ.γ. του ΟΗΕ, Μάθιου Νίμιτς, εν όψει και της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Σικάγο τον Μάιο, εκτιμάται ότι δεν θα έχει τύχη και πλέον υπάρχει σοβαρή πιθανότητα η Αθήνα να αναγκαστεί να προβεί σε καταγγελία της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, άποψη που ακούστηκε πρόσφατα σε εκδήλωση στο υπουργείο Εξωτερικών. Αυτό σημαίνει ότι και το Σκοπιανό θα παραμείνει μια εκκρεμότητα στην περιοχή, με επιπτώσεις που μένει να διαπιστωθούν. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η ένταση μεταξύ των δύο βασικών πληθυσμιακών ομάδων της ΠΓΔΜ, Σλάβων και Αλβανών, παραμένει, έστω και χωρίς διαρκείς εξάρσεις. Το υπόστρωμα είναι εύφλεκτο και η υφέρπουσα αντιπαράθεση τροφοδοτείται και από τις δύο πλευρές: από τον αλβανικό και το σκοπιανό εθνικισμό. Ακόμα και στο θέμα της ονομασίας οι απόψεις των δύο στοιχείων είναι διαφορετικές. Εν αντιθέσει με τους Σλάβους, η πλειονότητα των Αλβανών τάσσεται υπέρ του συμβιβασμού με την Ελλάδα.
Λάμπρος Καλαρρύτης στον “Τύπο της Κυριακής”

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου