Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012


Παιδαγωγικές αρχές και αντιλήψεις στο έργο των Τριών Ιεραρχών
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΕΩΡΓ. ΚΑΡΑΤΖΑ
Θεολόγου - Καθηγητή
του 4ου Γυμνασίου Χίου
Ομιλία που εκφωνήθηκε στην Αίθουσα Τελετών των 1ου και 3ου ΓΕΛ Χίου, στα πλαίσια της εκδήλωσης που οργάνωσε η Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Χίου για την σχολική εορτή των Τριών Ιεραρχών.
...Η φετινή εορτή των τριών μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας και προστατών της Ελληνορθοδόξου παιδείας μας δυστυχώς συνέπεσε να εορτάζεται μέσα σ’ ένα κλίμα γενικής αναταραχής, που προκαλεί η συνεχώς διογκούμενη τον τελευταίο καιρό παγκόσμια κρίση, μια κρίση όχι μόνο οικονομική, όπως πολλοί τη θεωρούν, αλλά κυρίως και πρωτίστως ηθική, κοι- νωνική και πολιτισμική, μια κρίση αξιών, η οποία φυσικά δεν άφησε ανέγγιχτη τόσο τη χώρα, όσο και την παιδεία μας.
Πολλοί άνθρωποι νιώθουν απογοητευμένοι από την δεινή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η αγαπημένη μας πατρίδα. Δεν λείπουν, ωστόσο, κι εκείνοι που αισιοδοξούν ότι στο εγγύς μέλλον η χώρα μας θα καταφέρει να ξεπεράσει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει. Και πώς θα γίνει αυτό; Υπάρχουν πολλοί τρόποι. Ένας απ’ αυτούς δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από την στροφή στις ρίζες μας. Να προβληθούν, δηλαδή, ως πρότυπα προς μίμηση για τη νέα γενιά σημαντικές προσωπικότητες από το πλούσιο τρισχιλιετές και πλέον ιστορικό παρελθόν του Ελληνισμού. Οφείλουμε να αντλήσουμε και να αξιοποιήσουμε δημιουργικά στο παρόν σημαντικά και χρήσιμα στοιχεία τόσο από τη ζωή και τη δράση τους, όσο και από το χαρακτήρα και το έργο τους. Είναι λυπηρό το γεγονός ότι τέτοιες προσωπικότητες μεγάλου και παγκοσμίου βεληνεκούς έχει γίνει τα τελευταία χρόνια προσπάθεια να μπουν στο περιθώριο από διαλυτικούς του κοινωνικού ιστού και της εθνικής μας ταυτότητας παράγοντες.
Ορισμένες από τις σπουδαίες εκείνες προσωπικότητες είναι και οι τρεις μεγάλοι Ιεράρχες και οικουμενικοί Διδάσκαλοι, ο Βασίλειος ο Μεγάλος (ο γνωστός σ’ όλους μας Άγιος Βασίλης), ο Γρηγόριος ο Θεολόγος ή Ναζιανζηνός και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, οι οποίοι έζησαν τον 4ο μ. Χ. αιώνα, τον χρυσό, όπως ονομάστηκε, αιώνα των χριστιανικών γραμμάτων. Ο εορτασμός από κοινού της μνήμης τους κάθε χρόνο στις 30 Ιανουαρίου, παρόλο που για τον καθένα υπάρχει χωριστή γιορτή, δεν είναι κάτι το καινούργιο. Δεν απέχουμε πολύ από την συμπλήρωση χιλίων ετών από την εποχή του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Αλεξίου Κομνηνού, οπότε και καθιερώθηκε να τιμάμε τη σημερινή ημέρα με εορταστικές εκδηλώσεις τον μέγα ιεροφάντορα Βασίλειον, τον θεορρήμονα Γρηγόριον και τον χρυσούν την γλώτταν Ιωάννην.
Η εορτή αυτή έχει ένα ξεχωριστό χαρακτήρα. Δεν συνδέεται με νικηφόρες πολεμικές αναμετρήσεις του Έθνους μας, αλλά με κατακτήσεις του στο χώρο του πνεύματος και της παιδείας. Μνημονεύει και τιμά το καλύτερο δείγμα του πνευματικού θησαυρού που διαθέτει ο Ορθόδοξος Ελληνισμός, όπως αυτό έχει κατοχυρωθεί στη συνείδηση της Εκκλησίας και της Πολιτείας.
Οι τρεις αυτοί άνδρες πέτυχαν να θεμελιώσουν και να πραγματώσουν τη σύνθεση του οικουμενικού ελληνικού πνεύματος με το επαναστατικό πανανθρώπινο κήρυγμα της χριστιανικής αγάπης, της αρχαιοελληνικής κλασικής παιδείας με τον χριστιανικό τρόπο σκέψης και ζωής. Η σύνθεση αυτή απετέλεσε τον μεγαλύτερο ίσως σταθμό στην ιστορία του ανθρωπίνου πνεύματος και του παγκοσμίου πολιτισμού. Χάρις στην παιδευτική εκείνη ευρύτητα των Τριών Ιεραρχών το αρχαίο ελληνικό πνεύμα δεν καταστράφηκε, η αρχαία ελληνική γραμματεία σώθηκε μέχρι και σήμερα. Γι’ αυτόν λοιπόν τον λόγο, η μεν Ορθόδοξη Εκκλησία μας τους τιμά ως Αγίους άνδρες και μεγάλους θεολόγους, ο δε Ελληνισμός τους τιμά ως πρότυπα επιστημόνων και παιδαγωγών.
Έτσι, λοιπόν, τα πνευματικά ιδρύματα της χώρας μας ύστερα από σχετική πρόταση της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και με απόφαση της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου Αθηνών το ακαδημαϊκό έτος 1843/44 καθιέρωσαν την 30η Ιανουαρίου, εκτός από ημέρα τιμής και μνήμης των Τριών Ιεραρχών, και ως ημέρα των ελληνικών Γραμμάτων. Εκτός των άλλων τη σημερινή μέρα αποτίουμε φόρο τιμής και σε όλους όσους διετέλεσαν καθηγητές, δωρητές και ευεργέτες των σχολείων μας.
Για ποιο λόγο, όμως, οι συγκεκριμένοι Ιεράρχες να θεωρούνται ακόμα και σήμερα ως οι κατεξοχήν εκπρόσωποι και προστάτες των γραμμάτων και της παιδείας μας, ως οι ρηξικέλευθοι παιδαγωγοί και δάσκαλοι του Γένους μας; Στο ερώτημα αυτό θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σήμερα, απομονώνοντας από το πολύπλευρο έργο τους (κοινωνικό, ποιμαντικό, ιεραποστολικό, φιλανθρωπικό, αντιαιρετικό, συγγραφικό) την προσφορά τους στον συγκεκριμένο τομέα. Ειδικότερα, θα προσπαθήσουμε να ξεδιπλώσουμε μερικές μόνο πτυχές των όσων προσέφεραν ως διαχρονικοί παιδαγωγοί και δάσκαλοι.
Ιδιαίτερη, λοιπόν, σπουδαιότητα παρουσιάζουν οι παιδαγωγικές απόψεις των Τριών Ιεραρχών, έστω κι αν απειροελάχιστα κοχύλια απ’ τον ωκεανό της σοφίας τους είναι ικανά να μαρτυρήσουν τη σπουδαιότητα των παιδαγωγικών θέσεων και αντιλήψεών τους, καθώς και το εν γένει ενδιαφέρον τους για την αγωγή των παιδιών και των εφήβων.
Άξιος προσοχής είναι ο τρόπος με τον οποίο προσέγγισαν τα θέματα της αγωγής οι τρεις Πατέρες της Εκκλησίας μας. Είναι ρεαλιστικότατος. Διαβάζοντας κανείς τα κείμενα τους του δημιουργείται η αίσθηση ότι κάθε λέξη τους είναι ειπωμένη για να οικοδομήσει, να διαπαιδαγωγήσει. Η σε βάθος διερεύνηση των θεμάτων που ανέπτυξαν οι Άγιοι αυτοί άνδρες είναι ικανός να διαφωτίσει και πολλά σημερινά παιδαγωγικά προβλήματα. Άλλωστε, ο λόγος τους είναι διαχρονικός.
Σήμερα, μάλιστα, όπου τα προγράμματα για την παιδεία, όλα πιστές αντιγραφές των αντιστοίχων ευρωπαϊκών, είναι σε πρώτη γραμμή, κι η ψυχολογική βιβλιογραφία έχει κορεσθεί, ο λόγος των Τριών Ιεραρχών για την παιδεία, τους παιδαγωγούς και τους παιδαγωγούμενους είναι απίστευτα σύγχρονος, δημιουργικός κι επίκαιρος. Χρειάστηκαν 1700 χρόνια για να φτάσει η σύγχρονη παιδαγωγική επιστήμη τις απλές βιωματικές αρχές, πάνω στις οποίες στήριξαν οι Τρεις Ιεράρχες τα παιδαγωγικά τους αξιώματα, τα οποία είναι διάσπαρτα στα έργα τους. Εκείνα είναι που τους παρουσιάζουν ως αληθινούς ψυχολόγους και μεγάλους παιδαγωγούς, όπως ακριβώς θα τους ήθελε και η σύγχρονη επιστήμη.
Ας δούμε τώρα πιο συγκεκριμένα ορισμένες διαχρονικές παιδαγωγικές αρχές των Τριών Ιεραρχών, ξεκινώντας από εκείνες που αφορούν τα προσόντα, τα γνωρίσματα και την προσωπικότητα του δασκάλου. Η τελευταία, κατά τον Χρυσόστομο, διαδραματίζει σημαντικότατο ρόλο στην εκπαιδευτική διαδικασία.
Μία βασική παιδαγωγική αρχή οφείλει να είναι η ανιδιοτελής αγάπη του δασκάλου προς τους μαθητές του. Ο γνήσιος παιδαγωγός πρέπει να αγαπά τον παιδαγωγούμενο, χωρίς όμως να στοχεύει να κερδίσει οπωσδήποτε ως α ντάλλαγμα την αγάπη του.
Πάνω στο ζήτημα αυτό της αγάπης μεταξύ δασκάλου και μαθητή, ο Χρυσόστομος τονίζει με έμφαση: ουδέν γαρ ούτω προς διδασκαλίαν επαγωγόν, ως το φιλείν και φιλείσθαι. Το να αγαπάει δηλαδή ο δάσκαλος το μαθητή και να αγαπιέται απ’ αυτόν ανιδιοτελώς, είναι το ουσιαστικό εκείνο στοιχείο που βοηθά να γίνει αποδοτική η διδασκαλία.
Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του αληθινού δασκάλου είναι το να δείχνει στους μαθητές του πατρική αγάπη και στοργή που να ξεπερνά πολλές φορές κι αυτή των φυσικών του γονιών. Ενθουσιάζεται ο μαθητής, υποστηρίζει ο Γρηγόριος, όταν βλέπει ότι τον πλησιάζει με αγάπη ο δάσκαλός του και δεν τον παραγκωνίζει. Άλλωστε, οι Τρεις Ιεράρχες δεν υπήρξαν απλώς δάσκαλοι, παιδαγωγοί ή καθοδηγητές. Υπήρξαν πρώτα και κύρια άνθρωποι που πόνεσαν βαθιά τον άνθρωπο κι έζησαν έντονα τα ανθρώπινα πράγματα. Σε καμμία περίπτωση δηλαδή δεν θα πρέπει να τους φανταστούμε ως ανθρώπους αποκομμένους απ’ τη ζωή.
Ο δάσκαλος, λέει ο Χρυσόστομος, πρέπει, επίσης, να διαθέτει απέραντο σεβασμό για την προσωπικότητα του μαθητή. Οι παιδαγωγοί πρέπει να κάνουν το ίδιο ακριβώς πράγμα που κάνουν και οι δάσκαλοι της κιθάρας, οι οποίοι αφού πιάσουν τα δάκτυλα των μαθητών τους, τα πλησιάζουν με ηρεμία στις χορδές και τους διδάσκουν να χτυπούν με προσοχή, ώστε ν’ αποκτήσουν την κατάλληλη πείρα. Τους μαθαίνουν έτσι να παράγουν με τα άφωνα δάκτυλα και τις χορδές μουσική γλυκύτερη και πραότερη από κάθε άλλη φωνή.
Άλλη παιδαγωγική αρχή είναι το παράδειγμα του δασκάλου στην εφαρμογή όσων διδάσκει. Επειδή, κατά τον Χρυσόστομο, οι μαθητές αποβλέπουν στην αρετή του δασκάλου, γι’ αυτό πρέπει κι εκείνος να είναι πριν απ’ όλα δάσκαλος του εαυτού του. Ο Βασίλειος από την πλευρά του διευκρινίζει ότι ο δάσκαλος οφείλει να είναι νόμος έμψυχος και κανών αρετής. Ή να μην διδάσκεις ή να διδάσκεις με το παράδειγμά σου, αναφωνεί ο Γρηγόριος˙ διαφορετικά ό,τι χτίζεις με το δεξί σου το χέρι το γκρεμίζεις με το αριστερό. Το να διδάσκει κάποιος μόνο με τα λόγια είναι χαρακτηριστικό του υποκριτή κι όχι του δασκάλου.
Επειδή, ιδιαίτερα σήμερα, είναι πολλές και μεγάλες οι απαιτήσεις για την ηθική ποιότητα του δασκάλου, όπως μεγάλες είναι και οι δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει στο λεπτό του έργο ο εκπαιδευτικός, γι’ αυτό δεν πρέπει να επιτρέπεται σε άσχετους να πειραματίζονται πάνω στην ψυχή των παιδιών μας. Μόνο όσοι είναι κατάλληλα προετοιμασμένοι, θεωρούν τους εαυτούς τους λειτουργούς και έχουν τη διάθεση «να πεθαίνουν πάνω στην έδρα» για όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές τους, αυτοί να συμμετέχουν στο έργο της αγωγής.
Μια τρίτη παιδαγωγική αρχή αφορά στην επιλογή και στην πρόοδο της ύλης. Όσον αφορά στην επιλογή της ύλης ο Βασίλειος λέει ότι, όπως ο κηπουρός παραμερίζει τα αγκάθια για να κόψει τα τριαντάφυλλα, έτσι κι ο σωστός δάσκαλος οφείλει να προσέχει την προσφορά του μορφωτικού αγαθού προς τους μαθητές του, ώστε κι εκείνοι με τη σειρά τους να τρέφονται και να ανα- πτύσσονται σωστά πνευματικά. Ο Χρυσόστομος επισημαίνει ότι ο δάσκαλος δεν πρέπει να διδάσκει όσα αυτός θέλει, αλλά όσα μπορούν, θέλουν και συμφέρει να μάθουν οι μαθητές του. Και φυσικά, κατά το Βασίλειο, να τα διδάσκει με ευχάριστο τρόπο, γιατί μόνο τότε η γνώση παραμένει μόνιμα. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψιν το γεγονός ότι ο κάθε μαθητής αποτελεί μια ξεχωριστή προσωπικότητα, ο δάσκαλος οφείλει να ρυθμίζει τη διδασκαλία του με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι εξίσου ωφέλιμη και αποτελεσματική για όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές του.
Όσον αφορά την πρόοδο της ύλης, ο Χρυσόστομος υποστηρίζει ότι ο μαθητής πρέπει πρώτα ν’ αποκτήσει ασφαλή γνώση των όσων έχει διδαχθεί πριν παρακολουθήσει κατόπιν μια νέα ενότητα, διότι αυτό θα είναι ανιαρό κι ε-πιζήμιο για την πρόοδο του. Γι’ αυτό και ο δάσκαλος οφείλει να διδάσκει κατά ενότητες, αλλά και τα σχολικά βιβλία να είναι γραμμένα με τρόπο σαφή και επαγωγικό.
Η προσθήκη των νέων γνώσεων πρέπει να γίνεται σιγά σιγά και με μέτρο. Ο Γρηγόριος παρομοιάζει το πολύ μάθημα με την έντονη βροχή, που περισσότερο βλάπτει, παρά ωφελεί. Αντίθετα, η σιγανή βροχή εισχωρεί βαθιά στο έδαφος και το κάνει γόνιμο. Ο δάσκαλος, κατά το Βασίλειο, πρέπει να προχωρεί από τα απλούστερα προς τα δυσκολότερα, αφού είναι δύσκολο να διδαχθεί κανείς τα μεγάλα πριν από τα μικρά.
Σύμφωνα με τον Γρηγόριο, ο δάσκαλος πρέπει να έχει γνώσεις ψυχολογίας, έτσι ώστε να μπορεί να διαγνώσει και να καλλιεργήσει τις ψυχικές δυνάμεις του μαθητή. Αναγκαίο, επίσης, είναι το να έχει ακέραιο χαρακτήρα, να είναι αμνησίκακος και καθόλου κενόδοξος. Ο δάσκαλος, κατά τον Χρυσόστομο, δεν πρέπει να δίνει εντολές, όταν είναι ανάγκη να συμβουλεύει, ούτε να συμβουλεύει, όταν είναι ανάγκη να δίνει εντολές, για να μην γίνεται έτσι αντικείμενο χλευασμού από τους μαθητές του. Ωστόσο, όπως λέει κι ο Χρυσόστομος, αυτό θα είναι προκοπή, αν κάποτε οι μαθητές ξεπεράσουν τις εντολές και τις διαταγές, μιας κι όλα μπορούν να κατορθωθούν με τη δική τους ελεύθερη απόφαση κι όχι με τον εξαναγκασμό του δασκάλου.
Επιπλέον, σύμφωνα με τους Τρεις Ιεράρχες, ο δάσκαλος πρέπει να έχει το χάρισμα της διδασκαλίας, για να διασαφηνίζει τα δυσνόητα εκείνα σημεία του μαθήματος στους παιδαγωγούμενους. Ακόμα πρέπει να έχει μόρφωση, κύρος ή καλή φήμη, ώστε να γίνονται παραδεκτά τα όσα λέει. Κατά το Γρηγόριο, το να επιχειρεί κανείς να εκπαιδεύει άλλους, προτού ο ίδιος εκπαι- δευτεί ικανοποιητικά, είναι τολμηρό κι ανόητο.
Αλλά και η παιδαγωγική αρχή της εποπτείας δεν είναι ανακάλυψη των τελευταίων αιώνων. Ήδη από τον 4ο μ. Χ. αιώνα οι τρεις Πατέρες τονίζουν την ανάγκη ο δάσκαλος να μην μεταχειρίζεται κατά τη διδασκαλία γενικότητες, αλλά με παραδείγματα να διασαφηνίζει τα όσα διδάσκει. Αν μάλιστα εκείνος επιθυμεί οι μαθητές να τα εμπεδώσουν, πρέπει να διδάσκει εποπτικά, διότι τα πράγματα είναι ισχυρότερα από τα ονόματα. Εξάλλου από τα πράγματα επινοήθηκαν τα ονόματα. Άξιον αναφοράς είναι το γεγονός ότι τα διδάγματα αυτά τα έχει ενστερνιστεί και η νεώτερη παιδαγωγική. Θεωρείται μάλιστα, όχι σωστά όμως, ότι αυτή τα εισηγήθηκε.
Οι τρεις Δάσκαλοι έχουν μιλήσει και για τις υποχρεώσεις των μαθητών, οι οποίοι δεν πρέπει και δεν τους κάνει καλό να έχουν μόνο αξιώσεις κι απαιτήσεις, όπως και να μην ξέρουν μέχρι που φτάνουν τα όριά τους. Πριν προχωρήσω παρακάτω δεν θα μπορούσα να μην καταθέσω δημόσια την προσωπική μου εμπειρία πάνω στο ζήτημα αυτό, εμπειρία την οποία έχω αποκομίσει στα 4 χρόνια που διδάσκω σε σχολεία της Χίου, και η οποία με θλίβει. Έχω συναντήσει ελάχιστους μαθητές, που να γνωρίζουν όλες τις υποχρεώσεις εκείνες που απορρέουν από την μαθητική τους ιδιότητα˙ πολλές φορές μάλιστα η πλειοψηφία των μαθητών αγνοεί, θελημένα και μη, ακόμη και τις πιο αυτονόητες και στοιχειώδεις απ’ αυτές. Όλοι, όμως, μα όλοι οι μαθητές ξέρουν με κάθε λεπτομέρεια τα δικαιώματά τους.
Στη διαδικασία, λοιπόν, της μάθησης μπορεί και πρέπει να συμβάλει αποφασιστικά και ο μαθητής. Η μάθηση οφείλει να είναι το αποτέλεσμα της συ-νεργασίας παιδαγωγού και παιδαγωγούμενου. Μόνο με τη συνεργασία και τον δύο αυτών παραγόντων επιτυγχάνεται το ιδανικό αποτέλεσμα. Ου των διδασκόντων εστί το παν, αλλ’ ει μη το πλέον, το γουν ήμισυ και των μαθητών, διακηρύσσει ο Χρυσόστομος.
Ο μαθητής οφείλει να είναι πρόθυμος να υποβληθεί σε κόπους και μόχ-θους, προτιμώντας όχι μόνο τα ευχάριστα και τα εύκολα μαθήματα, αλλά και τα πιο δύσκολα. «Τα αγαθά κόποις κτώνται» έλεγαν οι αρχαίοι ήμων πρόγονοι. Ο Γρηγόριος μας διδάσκει πολύ όμορφα ότι η παιδεία θέλει κόπο. Μας λέει ότι μέχρι τα βαθιά του γεράματα αγωνιζόταν να διδαχθεί από κάθε εμπειρία, αγωνιζόταν να χρησιμοποιήσει και τη θεωρητική γνώση που είχε αποκτήσει στα νεανικά του χρόνια. Τονίζει, επίσης, τη σημασία του αγώνα για τη ζωή του ανθρώπου, τη σημασία του αγώνα για να έρθει το βίωμα. Διότι η παιδεία για τον Άγιο Πατέρα πρώτα και πάνω απ’ όλα είναι βίωμα. Όσες γνώσεις κι αν κατακτήσουμε, αν δεν ζήσουμε όλα αυτά που δίνουν νόημα στη ζωή, την αγάπη, την πίστη, τα παραδείγματα της ζωής και την πείρα από τα λάθη μας, τότε όλες μας οι γνώσεις είναι μάταιες.
Οι Τρεις Ιεράρχες θίγουν και το πρόβλημα των ποινών στο σχολείο. Όχι μόνο δεν συνιστούν την αλόγιστη επιβολή τους, αλλά γνωρίζουν και το ψυχολογικό φαινόμενο της απώλειας του παιδαγωγικού νοήματός τους, όταν ο μαθητής τις περιφρονεί. Ο Χρυσόστομος παρατηρεί ότι δεν πρέπει πάντοτε ο δάσκαλος να δείχνει επιείκεια. Χρειάζεται και η αυστηρότητα από το δάσκαλο, όταν εκείνος κρίνει ότι είναι απαραίτητη, με γνώμονα το καλό του μαθητή φυ- σικά και χωρίς να φτάνει σε ακρότητες και υπερβολές.
Ο Βασίλειος αναφέρεται στον έλεγχο των μαθητών που είτε έχουν κάνει παραπτώματα είτε έχουν δοκιμάσει σχολικές αποτυχίες. Αυτός πρέπει να επιχειρείται από το δάσκαλο την κατάλληλη χρονική στιγμή με κίνητρο την πατρική αγάπη και με επιστημονικά επιχειρήματα˙ και πάντοτε να σκοπεύει στη διόρθωση του μαθητή. Το τελευταίο είναι αδύνατον να επιτευχθεί όταν ο δάσκαλος βρίσκεται υπό το κράτος θυμού και οργής. Ο έλεγχος και η επίπληξη για να είναι πραγματικά παιδαγωγικά μέσα, που θα αποβλέπουν στην διόρθωση του παιδαγωγούμενου πρέπει να γίνονται χωρίς τραχύτητα, αλλά με γλυκύτητα, προσήνεια και πραότητα, με ευσπλαχνία, μακροθυμία και ταπεινοφροσύνη.
Συμπληρώνοντας ο Βασίλειος λέει ότι η λεπτότητα του έργου του ελέγχου και της παρατήρησης απαιτεί το χειρισμό του μόνο από τους αρμόδιους, δηλαδή τους εκπαιδευτικούς εκείνους που έχουν συναίσθηση των ευθυνών που έχουν αναλάβει για την αγωγή και την μάθηση των παιδιών. Μπορούν άραγε να σταθούν επάξια στο ύψος των απαιτήσεων του παιδαγωγικού τους ρόλου οι εκπαιδευτικοί εκείνοι που γίνονται φίλοι των μαθητών, μιλώντας μαζί τους στον ενικό ή παίζοντας μαζί τους σφαλιάρες;
Ο Χρυσόστομος, από την πλευρά του, υποστηρίζει ότι το πώς θα συμβουλεύουμε τα παιδιά παίζει σημαντικό ρόλο. Η συνήθεια να τα επιπλήττουμε μπροστά σε άλλους δημοσιοποιώντας ουσιαστικά τα σφάλματα και τα ελαττώματα τους, αποτελεί αντιπαιδαγωγική ενέργεια, η οποία προκαλεί τη βίαιη αντίδρασή τους. Είναι μεγάλη αρετή να συμβουλεύει κάποιος, χωρίς να εκθέτει αυτόν που συμβουλεύει, λέει ο Άγιος Πατέρας.
Κατά το Βασίλειο, η όποια επιτίμηση πρέπει να γίνεται εν συμμετρία δηλαδή να είναι ανάλογη όχι μόνο προς το μέγεθος του παραπτώματος και την ηλικία του μαθητή που το διέπραξε, αλλά και ανάλογη προς την ψυχική του κατάσταση.
Το ρηξικέλευθο χαρακτήρα της σκέψης των τριών Παιδαγωγών αποδεικνύει και η ενασχόλησή τους με τον επαγγελματικό προσανατολισμό. Ο Γρηγόριος επισημαίνει ότι είναι βασικό χαρακτηριστικό του διορατικού δασκάλου το να διακρίνει έγκαιρα τις κλίσεις των μαθητών του και, όταν εκείνοι φτάσουν στην εφηβεία, να τους κάνει τις κατάλληλες υποδείξεις για το ποιους κλάδους και ποια επαγγέλματα πρέπει ν’ ακολουθήσουν. Άλλωστε, προσθέτει, ό, τι γίνεται σύμφωνα με τις υποδείξεις της φύσης του ατόμου το οδηγεί στην ευτυχία και στην επιτυχία, ενώ ό, τι είναι αντίθετο προς αυτή φέρνει την αποτυχία. Επαινεί μάλιστα τον νόμο εκείνον που είχαν ψηφίσει οι αρχαίοι Αθηναίοι, και ο οποίος όριζε να επιλέγουν οι ίδιοι οι νέοι το επάγγελμα που τους ταιριάζει.
Οι Τρεις Ιεράρχες, λοιπόν, έχοντας μεγάλη εμπιστοσύνη στην αναμορφωτική δύναμη της παιδείας σπούδασαν την παιδεία ως μια συνολική πρόταση ζωής. Γι’ αυτούς η παιδεία δεν ήταν μόνο φιλοσοφία ή ρητορική ή αστρονομία ή θεολογία ή ψυχολογία, αλλά ήταν όλα αυτά μαζί, δηλαδή μόρφωση σώματος και ψυχής.
Στην εποχή μας δυστυχώς παιδεία σημαίνει λίγες γενικές γνώσεις κι εξειδίκευση, μαθαίνουμε δηλαδή κάτι καλά κι αυτό μας αρκεί. Φτιάχνουμε μάλιστα και τους τύπους που μας ενδιαφέρουν. Οι φιλόλογοι είναι οι φλύαροι, οι μαθηματικοί είναι οι ψυχροί και ανέραστοι άνθρωποι, οι θεολόγοι είναι οι προπαγανδιστές του Θεού.
Και για να το φέρω ακόμα περισσότερο στα σχολικά πλαίσια, και ειδικότερα στα λυκειακά, διαβάζουμε μόνο τα μαθήματα της κατεύθυνσης και για τα υπόλοιπα μαθήματα, τα της γενικής παιδείας λεγόμενα, αδιαφορούμε. Καλλιεργούμε μόνο το σώμα μας και πετάμε στον κάλαθο των αχρήστων την ψυχή μας. Δεν φτάνει, όμως, κάποιος να είναι μόνο άριστος επιστήμονας, αλλά πρέπει να είναι και άνθρωπος.
Κι όμως, η ζωή είναι σύνολο, είναι κοινωνία, δεν μπορείς να ζήσεις και να ξέρεις ότι ζεις όταν δεν έχεις ανοιχτό μυαλό και δεκτικότητα να εισπράξεις όλες τις γνώσεις, όταν δεν έχεις την ευαισθησία απ’ όλα να τρυγήσεις σαν τη μέλισσα, όπως μας λέει ο Βασίλειος, να μάθεις τα πάντα, να προχωρήσεις και να ζήσεις τη ζωή.
Σήμερα, που αντί για την αγάπη προβάλλεται το συμφέρον, που αντί για την προσευχή στο Θεό προβάλλεται η λατρεία των σύγχρονων ειδώλων, που αντί για την ταπείνωση προβάλλεται ως πρότυπο ο εγωισμός και ο ατομικισμός, γεγονός που δεν επιτρέπει τελικά στην παιδεία μας να ακολουθήσει έναν πιο ουσιαστικό δρόμο, οι Τρεις Ιεράρχες μπορούν να αποτελέσουν τους αληθινούς φάρους, τα πρότυπα εκείνα που θα μας δείξουν τον δρόμο του αγώνα και της αντίστασης. Και παρά την μεγάλη χρονική και πολιτιστική απόσταση που μας χωρίζει από εκείνους, είδαμε ότι η δομή της σκέψης τους είναι αυθεντικά σύγχρονη. Είναι οδοδείκτες έτοιμοι για διάλογο, αλληλοκατανόηση και αλληλοπεριχώρηση. Είναι ζωντανές πηγές προς άντληση. Ας αξιοποιήσουμε λοιπόν την αναλλοίωτη παρακαταθήκη που μας παρέδωσαν, ώστε να βρούμε λύσεις στο τεράστιο και πάντοτε φλέγον ζήτημα της παιδείας, αποφεύγοντας τους επικίνδυνους και επιπόλαιους αυτοσχεδιασμούς.
http://e-theologia.blogspot.com/2012/01/blog-post_31.html?spref=fb

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου