Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011


ΤΟ ΕΤΗΣΙΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΤΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΗ ΤΗΣ "Χ" ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΔΡΟΣΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ ΤΟΥ ΘΗΣΕΙΟΥ Γράφει η Θωμαϊς Παριανού
Σήμερα Κυριακή 9 Οκτωβρίου στις 9.00 το πρωί στην Αγ. Μαρίνα Θησείου τελέσθηκε μνημόσυνο για τη συμπλήρωση ενός χρόνου απο τον θάνατο του αγωνιστή της "Χ", Δημήτριου Δροσόπουλου.
Ο Δημήτριος Δροσόπουλος γεννήθηκε το 1926 στο Μεσολόγγι. Κατά την διάρκεια της Ιταλο – Γερμανικής Κατοχής, έφυγε από το Μεσολόγγι και ήρθε στην Αθήνα, όπου έμενε στο Θησείο, μαζί με τον παππού και την γιαγιά, από την μητέρα του. Πήγε σχολείο στο Πρώτο Γυμνάσιο της Πλάκας.
Λόγω των άθλιων συνθηκών διαβίωσης εκείνης της εποχής, ο μικρός τότε Δημήτρης πρήστηκε από την πείνα και ξαναγύρισε στο Μεσολόγγι, όπου έπαθε ελονοσία (και αυτό τότε ισοδυναμούσε με την προφυματίωση, τα έβαλε και με τις Ιταλικές Δυνάμεις Κατοχής εκεί, οπότε ξαναγύρισε στην Αθήνα. Αργότερα ήρθε και η υπόλοιπη οικογένεια στην Αθήνα, γιατί στο Μεσολόγγι κινδύνευε η ζωή τους από τους κομμουνιστές, οι οποίοι εκβίαζαν τον πατέρα του. Τα αδέλφια της μητέρας του είχαν μία βιομηχανία στην οδό Πειραιώς, την οποίαν είχαν επιτάξει οι Γερμανοί, αλλά επέτρεψαν να γίνονται συσσίτια για την οικογένεια και το προσωπικό του εργοστασίου. Τους έδιναν φασόλια, φακές κλπ, και οι θείες του μαγείρευαν σε κάποια καζάνια για όλους και έτσι ξεπρήστηκε ο μικρός Δημήτρης.
Στο Θησείο, γνώρισε τους αδελφούς Μιχάλη και Βασίλη Κουρουπό και άλλους Χίτες, οι οποίοι τον έφεραν σε επαφή με τον Γεώργιο Γρίβα – Διγενή, κάτοικο τότε του Θησείου. Τα παιδιά αυτά των 16 – 18 χρονών τότε, σχημάτισαν μία αντιστασιακή ομάδα και μπήκαν στην οργάνωση του Γρίβα, όντας οι ίδιοι κυνηγημένοι από τα Στρατεύματα Κατοχής. Ο ίδιος λέει για την γνωριμία του με τον Γρίβα, «Έμενε (οδός) Νηλέως και εμείς μέναμε στου Χάρακα. Στου Χαμόδρακα κάναμε φροντιστήρια και τέτοια, νεαρά παιδιά, ότι μεγαλώναμε. Είμαστε οι ίδιοι κυνηγημένοι από τα στρατεύματα Κατοχής και μπήκα και εγώ στην ομάδα του Γρίβα». Όμως στους διώκτες τους προστέθηκαν και οι κομμουνιστές, οι σκληρότεροι και οι απηνέστεροι όλων, οι οποίοι, σύμφωνα με μαρτυρία του ίδιου του Δ.Δρ. «Πρώτα κυνηγούσαν εμάς και ύστερα τους Γερμανούς, οι οποίοι δεν είχαν φύγει ακόμα στην Ελλάδα». Ο ίδιος γλύτωσε από θαύμα σε μία ενέδρα κομμουνιστών στο Θησείο. Πρόλαβε και κρύφθηκε μέσα σε έναν υπόνομο, όπου έμεινε δύο μέρες, ενώ μαινόταν η Μάχη του Θησείου. Τελικά, μπόρεσε να βγεί τα μεσάνυχτα της δεύτερης ημέρας και να πάει να βρει τους άλλους Χίτες, που τον είχαν για πεθαμένο. Μετά, οι κομμουνιστές έψαχναν να το βρουν και έκαναν αιφνιδιαστική επίθεση στο σπίτι του, όπου πήραν αιχμάλωτη την θεία του Θάλεια. Οι Χίτες είχαν επανειλημμένες συγκρούσεις με τους κομμουνιστές στην Αθήνα. Σε μία από αυτές τις συγκρούσεις, στη Γαλλική Ακαδημία της οδού Σίνα, ανακάλυψαν και δύο Γερμανούς που είχαν ξεμείνει εκεί, μην ξέροντας ότι ο πόλεμός τους είχε τελειώσει και οι συμπατριώτες τους είχαν αποχωρήσει. Τους συμβούλευσαν να παραδοθούν στον τακτικό Ελληνικό Στρατό, αλλά αυτοί το έσκασαν.
Πολλούς μαχητές, μεταξύ αυτών και τον Δ.Δρ., τους συγκέντρωσαν και οργάνωσαν με αυτούς το 143ο Τάγμα Εθνοφυλακής, ντύνοντάς τους με στολές και δίνοντάς τους όπλα. Με αυτό το Τάγμα, οι μαχητές έφθασαν με τα πόδια μέχρι την Νάουσα, πολεμώντας τους κομμουνιστές. Ο Δ. Δρ. περιγράφει μία από αυτές τις εξορμήσεις «Βγήκαν οι κομμουνιστές στην Ιερά Οδό, μπρος αυτοί, είχαν στην μέση αιχμάλωτους που πιάνανε, και στον δρόμο απέναντι από τα Ακρόρα άκουσα την φωνή της θείας μου. Φώναζε, «Βρε Τάκη, βρε Τακούλη, φαντάρο σε ντύσανε?». Την είχανε πιάσει αιχμάλωτη και την είχανε ενδιάμεσα. Στην μέση ήταν οι αιχμάλωτοι, μπροστά πηγαίνανε οι Πεμπτοφαλαγγίτες, και πίσω πηγαίναμε εμείς». Δηλ. χρησιμοποιούσαν στις πορείες τους αιχμαλώτους σαν ασπίδα προστασίας, ανάμεσα σε αυτούς και τους μαχητές, αναγκάζοντάς τους να τους ακολουθούν, χωρίς να μπορούν να τους επιτεθούν. Την θεία του την είχαν οι κομμουνιστές για εκτέλεση, αλλά την έσωσε ένας παλιός υπάλληλος του εργοστασίου τους, που την βρήκε και την προέτρεψε να φύγει. Της είπε «Σήκω φύγε», και έτσι γλύτωσε την εκτέλεση.
Ο Δ. Δροσόπουλος συνέχισε την αγωνιστική του δράση με τον Εθνικό Στρατό. Παρουσιάσθηκε στην Κόρινθο, όπου έκανε την βασική εκπαίδευση και μετά τον έστειλαν στην Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Κερκύρας, 6η ΕΣΣΟ, όπου πήρε τον βαθμό του ανθυπολοχαγού. Αρχικά υπηρέτησε μέσα στο Φρούριο της Κέρκυρας. Μετά τον έστειλαν στην πρώτη γραμμή στα Γιάννενα, στην 6η Μεραρχία, και μετά σε Κοζάνη, Γράμμο και Βίτσι. Κάπου, μεταξύ Ηγουμενίτσας και Κόνιτσας, συναντήθηκε με την Βασίλισσα Φρειδερίκη, ντυμένη λοχαγό, που είχε πάει για να εμψυχώσει τους στρατιώτες. Ο Δ. Δρ. περιγράφει την συνάντησή τους, ως εξής: «Και έρχεται κάτω περπατώντας ντυμένη λοχαγός αυτή, εμείς άντυτοι και αξύριστοι, είχαμε να φάμε και να ντυθούμε μια βδομάδα και κάτι μέρες και είχαμε πάει στην Κόνιτσα. Ρώτησε «Ποιος είναι ο Διοικητής σας;». Ολοι γυρίζανε και κοιτάζανε εμένα και χαιρετάγανε. Και μου λέει η Φρειδερίκη «Καλά, εσύ διοικείς εδώ και δεν μου το λές «εγώ» καλό παιδί; Δήλωσε, τι άδεια θέλεις να πω;» Και μου δώσανε 6 μέρες άδεια. Όμως έπρεπε να φύγω επειγόντως για Γράμμο – Βίτσι».
Οι στρατιώτες τότε πολεμούσαν συνεχώς εβδομάδες ολόκληρες και στερούνταν ακόμη και το φαγητό. Ο Δ.Δρ. έφερε σημάδια από πολλαπλά τραύματα σε όλο του το σώμα από τις μάχες και γλύτωσε την ζωή του ως εκ θαύματος. Πολέμησε επίσης και στην Αιτωλοακαρνανία, ενάντια στους συμμορίτες του καπετάν Γιώτη / Φλωράκη. Ο ίδιος δίνει την ακόλουθη περιγραφή «Μπήκα την νύχτα από το Μεγάλο Χωριό, έξω από το Καρπενήσι. Ο Φλωράκης είχε καταλάβει το Μικρό Χωριό και τον κύκλωσα το βράδυ εγώ, εθνοφύλακας αξιωματικός και το πρωί πήγανε οι κάτοικοι και τον ειδοποιήσανε «Είσαι κυκλωμένος». Και έφυγε 5 η ώρα το πρωί, και όταν μπήκα εγώ μέσα δεν βρήκα έναν φαντάρο. Το 1982, έξω από την Βουλή βρήκα τον Φλωράκη και του είπα «Γιατί έφυγες, που θα σε έπιανα?», «Εσύ ήσουνα;», μου λέει. Και θέλησε να μιλήσουμε φιλικά, αλλά εγώ του είπα «Ας τα τώρα, τα λέμε άλλη φορά».
Όταν τελείωσε ο πόλεμος. Ο Δ. Δροσόπουλος, από επιλογή του, δεν δέχθηκε καμία τιμητική διάκριση, γιατί απλά θεώρησε τον αγώνα του σαν ένα ηθικό καθήκον προς την πατρίδα. Δημιούργησε δική του επιχείρηση, ένα τσιμεντάδικο στην οδό Πειραιώς, παντρεύτηκε και απέκτησε τον μοναχογιό του Γιώργο, αλλά παράλληλα φρόντιζε τους γονείς του και τα αδέλφια της μητέρας του, που τόσο του είχαν συμπαρασταθεί όταν αυτός ήταν Χίτης και είχαν μπει στο στόχαστρο των κομμουνιστών. Διατήρησε τις σχέσεις του με τους παλιούς καλούς του φίλους και συμπολεμιστές Χίτες και ειδικά με τον Βασίλη Κουρουπό, τον ιδρυτή και πρώτο Πρόεδρο του Πανελληνίου Συνδέσμου Μαχητών και Φίλων της Εθνικής Αντιστασιακής Οργανώσεως «Χ». Εν τω μεταξύ συνταξιοδοτήθηκε, αλλά ασθένησε από την επάρατη νόσο, έδωσε την τελευταία γενναία αλλά άνιση μάχη του με τον θάνατο και άφησε την τελευταία του πνοή το Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010.
H κηδεία του έγινε στην Αγία Μαρίνα του Θησείου, στην συνοικία των Χιτών, με την Ελληνική Σημαία να τον σκεπάζει. Μετά την εξόδειο ακολουθία, η σορός του μεταφέρθηκε στο Μεσολόγγι, όπου και ετάφη. Τώρα βρίσκεται στην Γειτονιά των Αγγέλων και ψιλοκουβεντιάζει με τους παλιούς φίλους και συμπολεμιστές του.
από την Thomy Parianou

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου